Page images
PDF
EPUB

παιδός του χαίρεσαι λισιϊν φάος» ως γαρ ένευσε
Ζιώς Κρονίδης, πίλοφος στυγεραϊς άραϊσι πιθήσας,
ου φίλον ήρπασας υιόν: ο δ' ηύξατο σοι τάδε πάντα.

ώντινών θεσπισμάτων τη της γυναικός Ιοκάστης επιθυμία και ηδονή ώσπερ έκλαθόμενος Λάϊος, ή, ώς τινές φασι, μιά των ημερών βαρυνθείς τώ οίνο και συνελ9ών τη αυτού γυναικι Οιδίποδα σπείρει, και μετά το τεχθήναι αυτόν, αναπεμπάσας τους χρησμούς και φόβον λαβών, διατορήσας τους πόδας αυτού και χρυσούς κρίκους διαπερονησάμενος ρίπτει διά των οικείων βουκόλων εις το όρος τον Κιθαιρώνα, ως υπό θηρίων ενταύθα αναιρεθησόμενον. έτυχε δε κατ' εκείνο καιρού και τους Πολύβου νομέας, βασιλέως Κορίνθου, βόσκειν εκεί ου και το βρέφος ευρόντες και ανελόμενοι φέρουσα προς την Πολύβου γυναίκα Μερόπην. ήν γάρ άπαιδία δυστυχούσα και πως πείθει τον άνδρα Πόλυβον αυτή τούτο τεκείν. ανδρωθείς δε ο παις και τινι των εκεί συνελθών εις έριν, οία δή γίνεται, ώς ουκ εΐη Πολύβου παίς, όνειδος έσχε παρ' αυτού, όθεν αναστάς αφικνείται προς τον Απόλλω πευσόμενος περί τούτου, και, ως έσται φονεύς του πατρός, μανθάνει, και ως τη τεκούση συνέσοιτο, ταυτί μόνα τίνες δε είεν αυτώ οι γονείς, σαφώς μανθάνει. επανιών δε εκείθεν υπήντησε Λαΐω, αφικνουμένων και αυτό προς 'Aπόλλω, εφ' ώ περί του εκτεθέντος παιδός γνώναι, ει τεθνηκε. και ο του Λαΐου θεράπων αυτώ κελεύει μικρόν υποχωρήσαι τώ βασιλεί. Οιδίπους δε υπεροψία κρατούμενος και τούτο μηδέν ενεγκών κτείνει τε τον θεράποντα και συν αυτώ τον δεσπότην, ουκ ειδώς ως πατροκτόνος γέγονεν, ενός μόνον των συνεπομένων Λαΐω διαφυγόντος, ός δή και τον φόνον ύστερον διασάφησεν, ώς φησι Σοφοκλής έν Οιδίποδι τυράννω. τότε ούν Οιδίπους τους του Λαΐου ίππους λαβών και πάντα τα αυτού, καταλαμβάνει την Κόρινθον, και διδούς ταύτα πάντα Πολύβω τροφάς εκείθεν αναχωρεί, τον περί της πατροκτονίας και της τη μητρι συνελεύσεως χρησμόν δεδιώς: ώετο γαρ πατέρας αυτού τω όντι Πόλυβον και την εκείνου γυναίκα είναι, και αφικνείται προς Θήβας, αι δη και υπό της Σφιγγός έχειμάζοντο τότε, χρησμούς τε ραψωδούσης και όντινα βούλοιτο των πολιτών αρπαζούσης και διαφθειρούσης, διά το μή συνέναι σφάς των υπ' αυτής λεγομένων χρησμών. επήγαγε δε ταύτην ο "Αρης Θηβαίοις, αμυνόμενος αυτούς διά τον του παιδός δράκοντος φόνον, όν ο Κάδμος ανείλε και τους οδόντας αυτού έσπειρεν, εξ ών ανεφάνησαν οι Γίγαντες. ήν δε τίρας η Σφίγξ, πρόσωπον μεν έχουσα παρθένου, στήθος δε και χείρας και πόδας και όνυχας λέοντος, ουραίαν δε δράκοντος, πτερά δε όρνιθος, δι' ών ίπτατο. έτυχε δε τούτο ειπούσα και τοιούτο τι τοις Θηβαίοις τότε αίνιγμα, ώς 'Ασκληπιάδης αναγράφει:

"Έστι δίσουν επί γης και τετράπον, ου μία φωνή,
και τρίτον: αλλάσσιι δε φυών μόνον, όσσ' επί γαίαν
έρτιτα κινείται ανά τ' αίθίρα και κατά πόντον.

αλλ' οπόταν πλιόνισσιν ερειδόμενον ποσί βαίνη,
άνθα μίνος γυίοισιν αφαυρότερον πίλι αυτού

ούπερ αγνοουμένου εκήρυξε Κρέων ο αδελφός Ιοκάστης της βασιλίσσης, ώς, όστις εύροι το αίνιγμα, τούτω συνάψειν την αδελφήν. Οιδίπους δε, ως έφημεν, διάγων εκεί τότε, ακούσας τα κηρύγματα λύει τι το αίνιγμα της Σφιγγός, και την μητέρα ουκ ειδώς εις γυναίκα λαμβάνει. έλυσε δε ούτως, ώς φασι:

Κλύθι και ουκ 19ίλουσα, κακόντιρι Μούσα θανόντων,

φωνής ημετίρης, σoν τίλος εμπλακίης. άνθρωπον κατίλεξας, ός, ηνίκα γαίαν εφίρσιι,

πρώτον φυ σιτράπους νησιος εκ λαγόνων: γηραλέος δε πίλων τρίτατον σόδα βάκτρον Εριίδει,

αυχένα φορτίζων, γήραϊ καμπτόμενος.

"Ακούσασα δε την λύσιν η Σφίγξ εαυτήν αναιρεί παραχρήμα ρίψασα του αέρος. Οιδίπους δε συνών τη μητρι και παίδας εξ αυτής φύσας τέσσαρας, άρρενας μεν 'Ετεοκλέα και Πολυνείκην, θηλείας δε 'Αντιγόνην και 'Ισμήνην, ώς έγνω το μίασμα ύστερον, ετύφλωσεν εαυτόν. 'Ετεοκλής δε και Πολυνείκης, θέλοντές πως αφανίσαι το όνειδος, κατακλείουσιν αυτόν εν οικίσκω, ν' υπό μηδενός θεωρούμενος εις λήθην ήξοι το κατ' εκείνου. και ός τούτο υπεραλγήσας αράται τούτοις την βασιλείαν σιδήρω μερίσαι. οι δε τας του πατρός αράς δεδιότες μηχανώνται τοιόνδεν έχεσθαι της αρχής ένα παρ' ένα και ταύτης παραχωρεί θατέρω θάτερον. ο τοίνυν Ετεοκλής, άτε πρώτος ών του αδελφού, και πρώτος της αρχής ήψατο, Πολυνείκης δε υπεχώρησε, και τελεσθέντος ενιαυτού αφίκετο προς τον αδελφών, αιτών και αυτός άρξειν ενιαυτόν. 'Ετεοκλής δε ούτε εξέστη της αρχής και άτιμον τον αδελφόν απέπεμψεν. ός και πλανώμενος ήλθεν εις "Αργος, και την του βασιλέως 'Αδράστου λαβών θυγατέρα πείθει τον κηδεστήν συνάρασθαι τούτω προς την της βασιλείας ανάληψιν. και πλείστην όσην παραλαβών στρατιάν επιστρατεύει τώ αδελφώ. όπως δε ή μήτηρ εθέλουσα προ της συμπλοκής διαλλάξει τους παίδας ουδέν ίσχυσε, και ως έχρησε Τειρεσίας, εί ο Κρέοντος υιός Μενοικεύς ανέλοι εαυτόν επί τον του δράκοντος φωλεον, κρατήσειν 'Αργείων Θηβαίους, και ως γέγονε ταύτα, και οι των 'Αργείων ηγεμόνες πεπτωκασι πάντες πλήν 'Αδράστου, και ως μονομαχήσαντες προς αλλήλους 'Ετεοκλής και Πολυνείκης υπ' αλλήλων εκάτεροι ανηρέθησαν, και ως ελθούα προς αυτούς Ιοκάστη και τεθνηκότας ευρoύσα συναπέσφαξεν εαυτήν, και ως Κρέων αψάμενος της αρχής Ετεοκλήν μεν θάπτει, Πολυνείκην δε άταφον είασε, και Οιδίπους της πόλεως εξήλασε, πάντα ταύτα Ευριπίδης ένδον κατά λεπτόν διηγείται. "Έστι δε το παρόν δράμα των άγαν εξαιρέτων, διανοίαις και γνώμαις πολλαίς και καλαίς και ποικίλαις αν9ούν και μεταχειρίσει αρίστης και διά πάντων ακμάζον, ει και απίθανον έχει την εις Θήβας Πολυνείκους είσοδον. επιγέγραπται δε από του χορού Ευριπίδου Φοίνισσαι παρ' αντιδιαστολής των επτά επί Θήβας Αισχύλου. ταύτη γαρ τη υποθέσει κακείνος χρήται εν τω δευτέρω. αυτάς δε τας παρθένους εκ Φοινίκης 'Αγηνορίδαι θυσίαν το 'Απόλλωνι έπεμψαν, αίτινες και προς Δελφούς ερχόμεναι παρέβαλον ταϊς Θήβαις διά τό και τον Κάδμον, ως έφημεν, εκ Φοινίκης είναι, και καταλαβόντος του πολέμου ηναγκάσθησαν μένειν αυτόθι, μέχρις αν η μάχη λωφήση

[merged small][ocr errors][merged small]
[ocr errors][merged small]
« PreviousContinue »