Page images
PDF
EPUB

ηγούμενος είναι κατά νόμους ουδείς πώποτε ούτε έργον ασεβές ειργάσατο εκών ούτε λόγον αφήκεν άνομον. αλλά εν δή τι των τριών πάσχων, ή τούτο όπερ είπον ουκ ηγούμενος, ή το δεύτερον, όντας, ου φροντίζειν ανθρώπων, ή τρίτον, ευπαραμυθητους είναι, θυσίαις τε και ευχαϊς παραγομένους.

ΚΛ. Τί ούν δη δρώμεν άν ή και λέγουμεν προς αυτούς και

Αθ. Ω 'γαθέ, έπακούσωμεν αυτών πρώτον και το καταφρονεϊν ημών1προσπαίζοντας αυτούς λέγειν μαντεύομαι.

ΚΛ. Ποία δή;

Αθ. Ταύτα τάχ' άν έρεσχελούντες είποιεν. "Ω ξένε 'Αθηναϊε και Λακεδαιμόνια και Κνώσιε, αληθή λέγετε. ημών γάρ οι μεν τοπαράπαν θεούς ουδαμώς νομίζουσιν· οι δε, μηδέν ήμών φροντίζειν' οι δε, ευχαϊς παράγεσθαι, οίους υμείς λέγετε. αξιούμεν δή, καθάπερ υμείς ήξιώκατε περί νόμων, πρίν απειλείν ημϊν σκληρώς, ήμάς πρότερον επιχειρείν πείθειν και διδάσκειν ώς εισι θεοί, τεκμήρια λέγοντες ικανά, και ότι βελτίoυς ή παρά το δίκαιον υπό τινων δώρων παρατρέπεσθαι κηλούμενοι. νύν μεν γαρ ταύ. τα ακούοντές τε και τοιαύθ' έτερα των λεγομένων αρίστων είναι ποιητών τε και ρητόρων και μάντεων και ιερέων, και άλλων πολλάκις μυρίων, ουκ επί το μη δράν τα άδικα τροπόμεθα οι πλείστοι, δράσαντες δ' εξακείσθαι πειρώμεθα. παρά δε δή νομοθετών φασκόντων είναι μη αγρίων, αλλά ημέρων, αξιούμεν πειθοί πρώτον χρήσθαι προς ημάς, ει μη πολλώ βελτίω' των άλλων λέγοντας περί θεών ώς εισίν, αλλ' ούν βελτίω γε προς αλήθειαν. και τάχα πειθοίμεθ' αν ίσως υμίν, αλλ' επιχειρείτε, είτι μέτριον λέγομεν, είπείν και προκαλούμεθα.

13. άλλα εν. Supply as follows: «but when he has done thus, he has done it-εν δή τι των τριών πάσχων-being in one or the other of these three states."

14. το καταφρονείν ημών, “in their contempt for us.” προσπαGovtaç is best rendered adverbially, “ sportively."

15. ώς εισι θεοί. This example furnishes an excellent illustration of the general difference between the particles ús and őtl. Both follow nearly the same class of verbs, and are frequently regarded and rendered as though they were nearly, if not quite, synonymous. The difference, however, in this and similar cases, is obvious. "OTL would simply refer to the fact ; us, to the manner or reason of it. As, for example, διδάσκειν ότι, « to teach us the fact, that there are Gods ;διδάσκειν ώς, « to teach us how ;” that is, in what manner, and for what necessary reasons, there are Gods.” And so in the following sentence : και ότι βελτίoυς ή, κ. τ. λ., “ and also the fact that they are better than,” &c., or “that they are too good.”

ΚΛ. Ουκούν, ώ ξένε, δοκεί ράδιον είναι αληθεύοντας λέγειν ώς εισι θεοί;

Αθ. Πώς ;

ΚΛ. Πρώτον μεν γή και ήλιος, άστρα τε τα ξύμπαντα, και τα των ωρών διακεκοσμημένα καλώς ούτως, ενιαυτούς τε και μησι διειλημμένα και ότι πάντες "Ελληνές τε και βάρβαροι νομίζουσιν είναι θεούς.

Αθ. Φοβούμαι γε, ώ μακάριε, τους μοχθηρούς, (ού γάρ δή ποτε είποιμ' άν ώστε αιδούμαι) μήπως υμών καταφρονήσωσιν. υμείς μεν γαρ ουκ ίστε αυτών πέρι την της διαφθορας αιτίαν, αλλ' ηγείσθε ακρατεία μόνον ηδονών τε και επιθυμιών επί τον ασεβή βίον ορμάσθαι» τας ψυχάς αυτών.

1. ουκ επι το μη δράν τα άδικα. This may be freely rendered thus : “Instead of being turned away from the commission of sin, the most of us are wholly occupied in attempts to avert its consequences.” In this there is most concisely, yet most forcibly expressed, the essential difference between two things that are often mistaken the one for the other, namely, between true religion, consisting in right views of the Divine Nature, or that true “ fear of the Lord which is to depart from evil(τρέπεσθαι επί το μή δράν τα άδικα), and superstition, which is wholly occupied, not in the avoidance of sin, but in vain attempts to cure the evils and terrors which it brings upon the soul, (δράσαντες δ' εξακείσθαι πειρώμεθα). This superstition, or false religion, as Plato elsewhere shows, is nearly allied to Atheism. See Note LXXX. and LXXXI., App.

2. πολλώ βελτίω. The antithesis here is between πολλώ βελτίω and βελτίω γε, « better, indeed, in respect to truth, if not far better.”

3. αληθεύοντας. See Note III., App.

4. διαφθοράς. We have adopted this instead of the common reading, διαφοράς. It is supported by the authority of Cornarius and Stephanus, although Ficinus seems to have read diagopās, and is in 5. ορμάσθαι, « to rush impetuously or violently.” Admirably descriptive of the headlong course of those to whom it is here applied.

ΚΛ. Το δε τι προς τούτοις αίτιον άν, ώ ξένε, είη και

Αθ. Σχεδόν δ παντάπασιν υμείς έξω ζώντες ουκ αν είδείητε, αλλά υμάς αν λανθάνοι.

ΚΛ. Τί δή τούτο φράζεις τανύν;

Αθ. 'Αμαθία τις μάλα χαλεπή, δοκούσα είναι μεγίστη φρόνησις.

ΚΛ. Πώς λέγεις;

Αθ. Είσιν ημίν εν γράμμασι λόγοι κείμενοι, οι παρ' υμίν ουκ εισί δι' αρετήν πολιτείας, ώς εγώ μανθάνω» οι μεν, έν τισι μέτρους, οι δε, και άνευ μέτρων, λέγοντες περί θεών, οι μεν παλαιότατοι, ώς γέγονεν η πρώτη φύσις ουρανού, των τε άλλων προϊόντες δε της αρχής ου πολύ θεογονίαν διεξέρχονται, γενόμενοί τε ως προς αλλήλους ώμίλησαν. & τοίς ακούουσιν ει μεν εις άλλο τι καλώς ή μη far better accordance with all the words of the context-morum corruptio atque depravatiorottenness of soul. In the same way are the same class of persons characterized by the Psalmist : The fool hath said in his heart, there is no God ;” ny 15'yn 3D:πιπ, corru are they, and abominable in their deeds. Psalm xiv., 1. 1077x), corrupti, perditis moribus sunt. They are altogether become filthy.

6. 'Αμαθία τις. A more perfect description of this disease of Atheism (διαφθοράς) could not be given. It sets forth the malady with its cause, and is equally applicable to ancient and to modern times :

an invincible ignorance, fancying itself the highest wisdom." 'Auadia here has no reference to speculative or scientific knowledge, but is used in the usual Platonic sense for “ignorance of one's self.”

7. οι μεν εν μέτρους. See Note IV., App.
8. λέγοντες ... ώς . See remarks on ως and ότι, page 3, 15.

9. προϊόντες δε, « Advancing, or going on from the discussion of the origin (της αρχής) of the first nature (της πρώτης φύσεως), which was the subject of the most ancient (or Orphic) writings (των παλαιοτάτων), they treated next of the theogony, that is, the individual births and generations of the Gods, with their actions and mutual intercourse," as set forth by Homer and Hesiod.

46

καλώς έχοι, ου ράδιον επιτιμάν παλαιούς ούσιν.1° εις μέντοι γονέων τε θεραπείας και τιμάς'ουκ άν έγωγε ποτε επαινών είπoιμι, ούτε ως ωφέλιμα, ούτε ως τοπαράπαν ορθώς είρηται. 12 τα μεν ούν δη των αρχαίων πέρι μεθείσθω και χαιρέτω, και όπη θεοίσι φίλον λεγέσθω ταύτη 19 τα δε των νέων ημίν και σοφών αιτιαθήτων όπη κακών αίτια. τόδε ούν οι των τοιούτων εξεργάζονται λόγοι. εμού γαρ και σου, όταν τεκμήρια λέγωμεν ώς εισι θεοί, ταύτα αυτά προσφέροντες, ήλιόν τε και σελήνην και άστρα και γήν, ώς θεούς και θεία όντα, υπό των σοφών τούτων αναπεπεισμένοι αν λέγοιεν ως γήν τε και λίθους όντα αυτά, και ουδέν των ανθρωπείων πραγμάτων φροντίζειν δυνάμενα, λόγοισι δε ταύτα εύ πως εις το πιθανόν περιπεπεμμένα.15

10. παλαιούς ούσιν. See Note V., App.

11. γονέων θεραπείας και τιμάς. He allades here to the poetical fables respecting the treatment of Saturn by his son Jupiter. This, to Plato, was the most offensive part of the Grecian mythology, and he often alludes to it, as a sort of standing example, whenever he attacks the poets in other portions of his works. See the Republic, ii., 377, P: τα δε δή του Κρόνου έργα και πάθη υπό του υιέως, κ. τ. λ. It interfered with his high views respecting those duties which grow out of the domestic relations, especially the duty of filial obedience. Hence it furnishes his constant example, whenever he would condemn the demoralizing and irreligious tendency of some of the ancient poetry.

12. ούτε ως τοπαράπαν ορθώς είρηται. These and similar portions of the mythology he would altogether expunge, as being utterly incapable of any improved allegorical meaning, however gently he might deal with the system as a whole. See Note V., App.

13. και όπη θεοίσι φίλον, « May what we have said respecting these ancient and venerable matters be thus said as may be agreeable to Heaven,” as it may be paraphrased. We see, fro this expression,

, with what a gentle, pious, and cautious hand he touches the ancient mythology; how he seems to implore forgiveness for venturing to cast away anything that might have claims to reverence for its antiquity, and which, under all its deformity, might yet, perhaps, contain the corrupted and disguised remains of some primitive or anciently-revealed truth. .

14. νέων σοφών. See Note VI., App. 15. περιπεπεμμένα-περιπέττειν. This is a term of cookery, and

ΚΛ. Χαλεπόν γε λόγον, ώ ξένε, είρηκώς τυγχάνεις, ει γε εις ήν μόνον· νύν δε ότε πάμπολλοι τυγχάνουσιν, έτι χαλεπώτερον αν είη.

Αθ. Τί ούν δή; τί λέγωμεν ; τι χρή δράν ήμάς και πότερον απολογησώμεθα οίον κατηγορήσαντός τινος εν ασεβέσιν ανθρώποις ήμών φεύγουσι περί της νομοθεσίας, λέγουσιν signifies to crust over_crustare. Compare Seneca, De Provid., 6, non est ista sincera felicitas-crusta est. Also Aristophanes, Plutus, 159 :

'Αισχυνόμενοι γαρ αργύριον αίτεϊν ίσως,

'Ονόματι περιπέττουσι την μοχθηρίαν. With a name they crust over their depravity.The metaphor here suggests the thought of vile doctrines, like pernicious and unhealthy dishes, crusted over with some specious disguise to allure the eye and tempt the appetite. Socrates was ever fond of drawing comparisons from the body to the soul, from the health of the one to the moral soundness of the other, and from the sciences and arts that pertain to the one, to that higher philosophy which is concerned with the wants and relations of the other. The use of this word here corresponds well with his ordinary similes, and especially those made use of in the Gorgias, in which false philosophy (σοφιστική) holds the same relation to the soul that the unhealthy confectionary art (όψοποϊική) bears to the body. See the Gorgias, pages 28, 29, Leip. : ότι η κομμωτική προς γυμναστικήν, τούτο σοφιστική προς νομοθετικήν, και ότι η οψοποιική προς ιατρικήν τουτο ρητορική προς δικαιοσύνην.

1. Deúyovor. This is rendered by some aversari, non tolerare. So Ast, qui nos aversantur. It also, as a term of the Athenian courts of law, signifies to be defendant in a suil or prosecution, as dúkwv signifies the plaintiff, pursuer, or prosecutor ; both terms being derived from the ancient custom of the pursuit of the homicide by the avenger of blood, and from thence transferred to other legal contests both of a civil and criminal kind. Ficinus, in accordance with this idea, renders--in judicium pertractos. To warrant this, however, the reading should be φεύγοντες or φεύγοντας, with a change in the construction of the Greek. The first version seems so far fetched, that we would prefer combining the two ideas by translating φεύγουσι, « who put us on our defence.This agrees well with απολογησώμεθα, and with the whole context. The speaker is complaining of the hardship of being compelled to assume the attitude of apologist or de

« PreviousContinue »