Page images
PDF
EPUB

1097 ώστε κρείττω δώρα πολλώ των 'Αλεξάνδρου

λαβείν. πρώτα μεν γαρ ου μάλιστα πας κριτής έφίεται,

γλαύκες υμάς ούποτ' επιλείψουσι Λαυριωτικαί 1100 άλλ' ενοικήσουσιν ένδον, έν τε τοίς βαλαντίοις

έννεοττεύσουσι κάκλέψουσι μικρά κέρματα. είτα προς τούτοισιν ώσπερ εν ιερούς οικήσετε. τας γαρ υμών οικίας ερέψομεν προς αετόν

κάν λαχόντες αρχίδιον είθ' αρπάσαι βούλησθε τι, 1105 οξύν ιερακίσκος ές τας χείρας υμίν δώσομεν. ην δε

που δειπνήτε, πρηγορώνας υμίν πέμψομεν. ήν δε μη κρίνετε, χαλκεύεσθε μηνίσκους φορείς ώσπερ ανδριάντες ώς υμών δς αν μη μην έχη, όταν έχητε χλανίδα λευκήν, τότε μάλισθ' ούτω

δίκην 1110 δώσεθ' ημίν, πάσι τοίς όρνισι κατατιλώμενοι.

ΠΕΙ. τα μεν ξέρ' ημίν έστιν, ώρνιθες, καλά αλλ' ώς από του τείχους πάρεστιν άγγελος ουδείς ότου πευσόμεθα τάκεί πράγματα. αλλ' ουτοσι τρέχει τις 'Αλφειόν πνέων.

ΑΓΓΕΛΟΣ Α. 1115 που πού 'στι, που πού που 'στε, πού που που

[ocr errors]

στι, που

που Πεισθέταιρός έστιν άρχων;
ΠΕΙ.

ουτοσί.
ΑΓ. Α. εξωκοδόμηταί σοι το τείχος.
ΓΙΕΙ.

ευ λέγεις. ΑΓ. Α. κάλλιστον έργον και μεγαλοπρεπέ

στατον

ώστ' αν επάνω μέν Προξενίδης ο Κομπασεύς 1120 και θεογένης εναντίω δύ' άρματε,

ίππων υπόντων μέγεθος όσον ο δούριος,
υπό του πλάτους αν παρελασαίτην.
ΠΕΙ.

Ηράκλεις.
ΑΓ. Α. το δε μήκός έστι, και γαρ εμέτρησ

αύτ' εγώ,

εκατοντορόγυιον.
ΠΕΙ.

ώ Πόσειδον, του μάκρους. 1125 τίνες ώκοδόμησαν αυτό τηλικουτονί;

1135

[ocr errors]
[ocr errors]

1140

1126 ΑΓ. Α. όρνιθες, ουδείς άλλος, ούκ Αιγύπτιος

πλινθοφόρος, ου λιθουργός, ου τέκτων παρών, αλλ' αυτόχειρες, ώστε θαυμάζειν εμέ.

εκ μέν γε Λιβύης ήκον ως τρισμύριαι
1130 γέρανοι, θεμελίους καταπεπωκυίαι λίθους.

τούτους δ' ετύκιζον αι κρέπες τοίς ρύγχεσιν.
έτεροι δ' έπλινθοπoίoυν πελαργοί μύριοι
ύδωρ δ' εφόρουν κάτωθεν ες τον αέρα
οι χαραδριοι και τάλλα ποτάμι' όρνεα.

ΠΕΙ. επηλοφόρουν δ' αυτoίσι τίνες και
ΑΓ. Α.

ερωδιοι λεκάναισι.

ΠΕΙ. τον δε πηλόν ενεβάλλoντo πως ;

ΑΓ. Α. τούτ', ώγάθ', εξεύρητο και σοφώτατα οι χήνες υποτύπτοντες ώσπερ ταϊς άμαις ές τας λεκάνας ενέβαλλον αυτόν τον ποδοϊν.

ΠΕΙ. τί δήτα πόδες αν ουκ άν εργασαίατο;

ΑΓ. Α. και νή Δί' αι νήτταί γε περιεζωσμέναι έπλινθοφόρουν άνω δε τον υπαγωγέα επέτοντ’ έχουσαι κατόπιν, ώσπερ παιδία, τον πηλόν εν τοίς στόμασιν αι χελιδόνες.

ΠΕΙ. τί δήτα μισθωτούς αν έτι μισθοίτο τις ; φέρ' ίδω, τί δαι; τα ξύλινα του τείχους τίνες άπειργάσαντ' ;

ΑΓ. Α. όρνιθες ήσαν τέκτονες σοφώτατοι πελεκάντες, οι τοίς ρύγχεσιν

απεπελέκησαν τας πύλας" ήν δ' ο κτύπος 1150 αυτών πελεκώντων ώσπερ εν ναυπηγίω.

και νύν άπαντ' εκείνα πετύλωται πύλαις,
και βεβαλάνωται και φυλάττεται κύκλω,
έφοδεύεται, κωδωνοφορείται, πανταχή

φυλακαι καθεστήκασι και φρυκτωρίαι
1155 εν τoίσι πύργοις. αλλ' εγώ μεν αποτρέχων

απονίψομαι συ δ' αυτός ήδη τάλλα δρα.

ΧΟΡ. ούτος, τί ποιείς και άρα θαυμάζεις ότι ούτω το τείχος εκτετείχισται ταχύ;

ΠΕΙ. νή τους θεούς έγωγε και γαρ άξιον 1160 ίσα γαρ αληθώς φαίνεται μοι ψεύδεσιν.

αλλ' όδε φύλαξ γαρ των εκείθεν άγγελος
εσθεί προς ημάς δεύρο, πυρρίχην βλέπων.

1145

[ocr errors]

ΑΓΓΕΛΟΣ Β. 1163 ίου ιού, ίου ιού, ίου ιού.

ΠΕΙ. τι το πραγμα τουτί ;
ΑΓ. Β.

δεινότατα πεπόνθαμεν. 165 των γαρ θεων τις άρτι των παρά του Διός

δια των πυλών εισέπτατ' εις τον αέρα,
λαθών κολοιους φύλακας ημεροσκόπους.

ΠΕΙ. ώ δεινόν έργον και σχέτλιον ειργασμένος.
τίς των θεών;
ΑΓ. Β.

ουκ έσμεν ότι δ' είχε πτερά, τούτ' έσμεν. 1170 ΠΕΙ. ούκουν δήτα περιπόλους έχρήν

πέμψαι κατ' αυτόν ευθύς;
ΑΓ. Β.

αλλ' επέμψαμεν
τρισμυρίους ιέρακας ιπποτοξότας,
χωρεί δε πας τις όνυχας ήγκυλωμένος,

κερχνής, τριόρχης, γύψ, κύμινδις, αετός 1175 ρύμη τε και πτερoίσι και ροιζήμασιν

αιθήρ δονείται του θεού ζητουμένου
κάστου μακράν απωθεν, αλλ' ενταύθα που
ήδη 'στίν.

ΠΕΙ. ουκούν σφενδόνας δεί λαμβάνειν

και τόξα" χώρει δεύρο πας υπηρέτης 1180 τόξευε, παΐε, σφενδόνην τίς μοι δότω. ΧΟΡ. πόλεμος αίρεται, πόλεμος ου φατος

(στροφή.) προς έμε και θεούς. αλλά φύλαττε πας αέρα περινέφελον, δν "Έρεβος ετέκετο,

μή σε λάθη θεών τις ταύτη περών 1185 άθρει δε πας κύκλω σκοπών * *,

ως εγγύς ήδη δαίμονος πεδαρσίου
δίνης πτερωτός φθόγγος εξακούεται.

ΠΕΙ. αύτη συ ποϊ ποι που πέτει; μέν' ήσυχος,

έχ’ άτρέμας αυτού στήθ'· επίσχες του δρόμου. 1190 τίς εί; Ποδαπή; λέγειν έχρήν όπόθεν ποτ' εί.

ΙΡΙΣ. παρά των θεών έγωγε των Ολυμπίων. ΠΕΙ. όνομα δε σοι τί έστι, πλοίον, ή κυνή;

[ocr errors]

1193 IP. "Ιρις ταχεία.
ΠΕΙ.

Πάραλος, ή Σαλαμινία;
IP. τί δε τούτο;
ΠΕΙ.

ταυτηνί τις ου ξυλλήψεται αναπτάμενος τρίαρχος και 1195 IP.

έμε συλλήψεται;
τι ποτ' έστι τουτί το κακόν;
ΠΕΙ.

οιμώξει μακρά.
IP. άτοπόν γε τουτί πραγμα.
ΠΕΙ.

κατά ποίας πύλας εισήλθες εις το τείχος, ώ μιαρωτάτη και

JP. ουκ οίδα μα Δί' έγωγε κατά ποίας πύλας. 1200 ΠΕΙ. ήκουσας αυτής οίον ειρωνεύεται;

προς τους κολοιάρχους προσήλθες ; ου λέγεις;
σφραγίδ' έχεις παρά των πελαργών και
IP.

τί το κακόν;
ΠΕΙ. ουκ έλαβες;
IP.

υγιαίνεις μέν; ΠΕΙ.

ουδέ σύμβολον επέβαλεν ορνίθαρχος ουδείς σοι παρών και

IP. μα Δί' ουκ έμοιγ' επέβαλεν ουδείς, ώ μέλε.

ΠΕΙ. κάπειτα δήθ' ούτω σιωπή διαπέτει διά της πόλεως της αλλοτρίας και του χάους;

IP. ποία γαρ άλλη χρή πέτεσθαι τους θεούς;

ΠΕΙ. ουκ οίδα μα Δι’ έγωγε' τήδε μεν γαρ ού. 121ο αδικεί δε και νύν. άρα γ' οίσθα τούθ', ότι

' ,
δικαιότατ' αν ληφθείσα πασών Ιρίδων
απέθανες, εί της αξίας ετύγχανες;
1Ρ. αλλ' αθάνατός είμ'.
ΠΕΙ.

άλλ' όμως αν απέθανες. δεινότατα γάρ τοι πεισόμεσθ', εμοί δοκεί, 1215 ει των μεν άλλων άρχομεν, υμείς δ' οι θεοί

ακολαστανείτε, κουδέπω γνώσεσθ' ότι
ακροατέον υμίν εν μέρει των κρειττόνων.
φράσον δε τοί μοι, τω πτέρυγε πού ναυστολείς;
IP. εγώ; πρός ανθρώπους πέτομαι παρά του

πατρός
1220 φράσουσα θύειν τοις Ολυμπίοις θεούς

μηλοσφαγείν τε βουθύτοις επ' εσχάραις
κνισαν τ' αγυιάς.

1205

1222

1225

[ocr errors]

ΠΕΙ.

τι συ λέγεις και ποίους θεούς;
IP. ποίοισιν ημίν, τοίς εν ουρανό θεοίς.
ΠΕΙ. θεοί γάρ υμείς;
IP.

τίς γάρ έστ' άλλος θεός ;
ΠΕΙ. όρνιθες ανθρώποισι νύν εισιν θεοί,
οίς θυτέον αυτούς αλλά μα Δί' ου τη Διί.

IP. ώ μωρε μωρε, μη θεών κίνει φρένας δεινάς, όπως μη σου γένος πανώλεθρον

Διός μακέλλη παν αναστρέψη Δίκη, 1230 λιγνύς δε σώμα και δόμων περιπτυχας

καταιθαλώση σου Λικυμνίαις βολαίς.

ΠΕΙ. άκουσον αύτη παύε των παφλασμάτων έχάτρέμα. φέρ' 'δω, πότερα Λυδών ή Φρύγα

ταυτί λέγουσα μορμολύττεσθαι δοκείς; 1235 άρ' οίσθ' ότι Ζευς εί με λυπήσει πέρα,

μέλαθρα μεν αυτού και δόμους 'Αμφίονος
καταιθαλώσω πυρφόροισιν αετοίς,
πέμψω δε πορφυρίωνας ες τον ουρανόν

όρνις επ' αυτόν, παρδαλάς ενημμένους,
1240 πλείν εξακοσίους τον αριθμόν; και δή ποτε

είς Πορφυρίων αυτώ παρέσχε πράγματα.

IP. διαρραγείης, ώ μέλ', αυτοίς ρήμασιν.
ΠΕΙ. ουκ αποσοβήσεις; ού ταχέως ; Ευράξ

πατάξ.
IP. ή μήν σε παύσει της ύβρεως ούμός πατήρ.

ΠΕΙ. οίμοι τάλας. ούκουν ετέρωσε πετομένη 1250 καταιθαλώσεις των νεωτέρων τινά; ΧΟΡ. αποκεκλήκαμεν διογενείς θεούς

(αντιστροφή.)
μηκέτι την εμήν διαπεραν πόλιν,
μηδέ τιν' ιερόθυτον ανά δάπεδον έτι
τηδε βροτόν θεοίσι πέμπειν καπνόν.
ΠΕΙ. δεινόν γε τον κήρυκα τον παρά τους

βρoτους
οιχόμενον, ει μηδέποτε νοστήσει πάλιν.

ΚΗΡΥΞ.
ώ Πεισθέταιρ', ώ μακάρι', ώ σοφώτατε,
ώ κλεινότατ’, ώ σοφώτατ', ώ γλαφυρώτατε,
ώ τρισμακάρι', ώ κατακέλευσον,

1255

« PreviousContinue »