Page images
PDF
EPUB

946 τρομεράν, κρυεράν:

νιφόβολα πεδία πολύσπορά τ'
ήλυθον αλαλάν.

ΠΕΙ. νη τον Δί, άλλ' ήδη πέφευγας ταυταγι 950 τα κρυερά τονδί τον χιτωνίσκος λαβών.

τουτί μα Δι' εγώ το κακόν ουδέποτ' ήλπισα,
ούτω ταχέως τούτον πεπύσθαι την πόλιν.
αύθις συ περιχώρει λαβών την χέρνιβα.
ΙΕ. ευφημία 'στω.
ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ.

μη κατάρξη του τράγου.
ΠΕΙ. συ δ' εί τις ;
ΧΡΗ.

όστις ; Χρησμολόγος. 955 ΠΕΙ.

οίμωζέ νυν. ΧΡΗ. ώ δαιμόνιε, τα θεία μη φαύλως φέρε ως έστι Βάκιδος χρησμός άντικρυς λέγων ές τας Νεφελοκοκκυγίας. ΠΕΙ.

κάπειτα πως ταύτ' ουκ έχρησμολόγεις συ πριν έμε την πόλιν

τήνδ' οικίσαι; 960 ΧΡΗ.

το θείον ενεπόδιζέ με.
ΤΙ ΕΙ. άλλ' ουδέν οίόν έστ' ακούσαι των επων.
ΧΡΗ. αλλ' όταν oικήσωσι λύκοι πολιαι τε

κορώναι
εν ταύτώ το μεταξύ Κορίνθου και Σικυώνος,

ΠΕΙ. τί ούν προσήκει δήτ' εμοί Κορινθίων και 965 ΧΡΗ. ηνίξαθ' ο Βάκις τούτο προς τον αέρα.

πρώτον Πανδώρα θύσαι λευκότριχα κριόν:
δς δε κ' εμών έπέων έλθη πρώτιστα προφήτης,
τω δόμεν ιμάτιον καθαρόν και καινά πέδιλα,

ΠΕΙ. ένεστι και τα πέδιλα ;
ΧΡΗ.

λαβε το βιβλίον. 970 και φιάλην δούναι, και σπλάγχνων χείρ' επι

πλήσαι.
ΠΕΙ. και σπλάγχνα διδόν' ένεστι;
ΧΡΗ.

λαβε το βιβλίον. κάν μεν, θέσπιε κούρε, ποιής ταύθ' ώς επιτέλλω, αιετός εν νεφέλησι γενήσεαι· αι δέ κε μη δως, ουκ έσει ου τρυγών ουδ' αιετός, ου δρυκολάπτης.

ΠΕΙ. και ταύτ' ένεστενταύθα και 975 ΧΡΗ.

λαβε το βιβλίον. ΠΕΙ. ουδέν άρ' όμοιός έσθ' ο χρησμός τουτοί, δν εγώ παρά τάπόλλωνος εξεγραψάμην αυτάρ επήν άκλητος ιών άνθρωπος αλαζών

λυπη θύοντας και σπλαγχνεύειν επιθυμη, 980 δη τότε χρή τύπτειν αυτόν πλευρών το μεταξύ,

ΧΡΗ. ουδέν λέγειν oίμαι σε.
ΠΕΙ.

λαβε το βιβλίον.
και φείδου μηδέν μηδ' αιετού εν νεφέλησι,
μήτ' ήν Λάμπων ή μήτ' ήν ο μέγας Διοπείθης.

ΧΡΗ. και ταύτ' ένεστενταύθα;
ΠΕΙ.

λαβε το βιβλίον. ουκ εί θύραζ' ες κόρακας ; 985 ΧΡΗ.

οιμοι δείλαιος. ΠΕΙ. ούκουν ετέρωσε χρησμολογήσεις εκ

τρέχων;

MΕΤΩΝ.
ήκω παρ' υμάς
ΠΕΙ.

έτερον αυ τουτί κακόν.
τι δ' αυ συ δράσων και τις δ' ιδέα βουλήματος και

τίς ή πίνοια, τίς ο κόθορνος, της οδού; 990 MET. γεωμετρήσαι βούλομαι τον αέρα

υμίν, διελείν τε κατά γύας.
ΠΕΙ.

πρός των θεών,
συ δ' εί τις ανδρών και
MET.

όστις είμ' εγώ; Μέτων, δν οίδεν Eλλάς χώ Κολωνός.

ΠΕΙ.
ταυτι δέ σοι τί έστι;
MET.

κανόνες αέρος. 995 αυτίκα γαρ αήρ έστι την ιδέαν όλος

κατά πνιγέα μάλιστα. Προσθείς ούν εγώ
τον κανόν' άνωθεν τουτονι τον καμπύλον,
ένθείς διαβήτης μανθάνεις;
ΠΕΙ.

ου μανθάνω. MET. ορθώ μετρήσω κανόνι προστιθείς, ίνα 1000 ο κύκλος γένηταί σοι τετράγωνος, κάν μέσω

αγορά, φέρουσαι δ' ώσιν εις αυτήν οδοί

είπέ μοι,

1005

1002 ορθαι προς αυτό το μέσον, ώσπερ δ' αστέρος,

αυτού κυκλοτερους όντος, ορθαι πανταχή
ακτίνες απολάμπωσιν.
ΠΕΙ.

άνθρωπος θαλής.
Μέτων,

ΜΕΤ. τί έστιν και
ΠΕΙ.

οίσθ' ότιή φιλώ σ' εγώ;
κάμοι πιθόμενος υπαποκίνει της οδού.

ΜΕΤ. τί δ' εστί δεινόν ;
ΠΕΙ.

ώσπερ εν Λακεδαίμονι
ξενηλατούνται και κεκίνηνται τινες
πληγαι συχναι κατ’ άστυ.
ΜΕΤ.

μων στασιάζετε;
ΠΕΙ. μα τον Δί' ου δήτ'.
MET.

αλλά πώς; 1010 ΠΕΙ.

ομοθυμαδόν σποδείν άπαντας τους αλαζόνας δοκεί.

MET. υπάγουμί τάρ' άν.
ΙΙΕΙ.

νη Δί', ώς ουκ οίδ' άρ' ει φθαίης άν" επίκεινται γαρ εγγύς αυταιί.

MET. oίμοι κακοδαίμων.
ΠΕΙ.

ουκ έλεγον εγώ πάλαι ; 1015 ουκ αναμετρήσεις σαυτόν απιών αλλαχή;

ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ.
που πρόξενοι;
ΠΕΙ.

τίς ο Σαρδανάπαλλος ουτοσί ;
ΕΠΙΣ. επίσκοπος ήκω δεύρο το κυάμω λαχών
ές τας Νεφελοκοκκυγίας.
ΠΕΙ.

επίσκοπος;
έπεμψε δε τίς σε δεύρο;
ΕΠΙΣ.

φαύλον βιβλίον
τελέου.
1020 ΠΕΙ. τι; βούλει δήτα τον μισθόν λαβών

μη πράγματ’ έχειν, αλλ' απιέναι ;
ΕΠΙΣ.

νή τους θεούς.
εκκλησιάσαι δ' ούν εδεόμην οίκοι μένων.
έστιν γάρ & δι' εμού πέπρακται Φαρνάκη.

ΠΕΙ. άπιθι λαβών έστιν δ' ο μισθός ουτοσί.
ΕΠΙΣ. τουτί τί ήν;

1025

1030

1035

ΠΕΙ.

εκκλησία περί Φαρνάκου. ΕΠΙΣ. μαρτύρομαι τυπτόμενος ών επίσκοπος.

ΠΕΙ. ουκ αποσοβήσεις; ουκ απoίσεις των κάδω;
ου δεινά; και πέμπουσιν ήδη 'πισκόπους
ες την πόλιν, πριν και τεθύσθαι τοις θεοίς.

ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΠΩΛΗΣ.
εάν δ' ο Νεφελοκοκκυγιευς τον 'Αθηναίον
αδική

ΠΕΙ. τουτί τί έστιν αν κακόν το βιβλίον;

ΨΗ. ψηφισματοπώλης ειμί, και νόμους νέους ήκω παρ' υμάς δεύρο πωλήσων. ΠΕΙ.

το τί,
ΨΗ. χρήσθαι Νεφελοκοκκυγιάς τοϊσδε τοίς
μέτρoισι και σταθμοίσι και ψηφίσμασι, καθάπερ
Όλοφύξιοι.

ΠΕΙ. συ δε γ' οίσπερ ωτοτύξιοι χρήσει τάχα.
ΨΗ. ούτος, τί πάσχεις;
ΠΕΙ.

ουκ απoίσεις τους νόμους και 1040 πικρούς εγώ σοι τήμερον δείξω νόμους.

ΕΠΙΣ. καλούμαι Πεισθέταιρον ύβρεως ες τον Μουνυχιώνα μήνα.

ΠΕΙ. άληθες, ούτος και έτι γαρ ενταύθ' ήσθα σύ;

ΨΗ. εαν δε τις εξελαύνη τους άρχοντας, και 1045 μη δέχεται κατά την στήλης,

ΠΕΙ. οίμοι κακοδαίμων, και συ γαρ ενταύθ' ήσθ' έτι; ΕΠΙΣ. απολώ σε, και γράφω σε μυρίας

δραχμάς. 1050 ΠΕΙ. αιβοϊ λαβέτω τις αυτόν. Ούτος, ου

μενείς και
ΙΕ. απίωμεν ημείς ως τάχιστ’ εντευθενά
θύσοντες είσω τοϊς θεοίσι τον τράγον.

ΧΟΡ. ήδη μοι τω παντόπτα (στροφή.)

και παντάρχα θνητοι πάντες 1055 θύσουσ' ευκταίαις ευχαίς.

πασαν μεν γαρ γαν οπτεύω,
σώζω δ' ευθαλείς καρπούς,
κτείνων παμφύλων γένναν
θηρών, οι πάντ' εν γαία

E

1060 εκ κάλυκος αυξανόμενα γένυσιν πολυφάγοις,

δένδρεσί τ' έφεζόμενα καρπόν αποβόσκεται
κτείνω δ' οι κήπους ευώδεις
φθείρουσιν λύμαις έχθίσταις

ερπετά τε και δάκετα πάνθ' όσαπερ
1065 έστιν υπ' εμάς πτέρυγος εν φοναΐς όλλυται.

τηδε μέντοι θημέρα μάλιστ' επαναγορεύεται,
ήν αποκτείνη τις υμών Διαγόραν τον Μήλιον,
λαμβάνειν τάλαντον, ήντε των τυράννωντίς τινα

των τεθνηκότων αποκτείνη, τάλαντον λαμβάνειν. . 107ο βουλόμεσθ' ούν νύν ανειπείν ταύτα χημείς

ενθάδε: ήν αποκτείνη τις υμών Φιλοκράτη τον Στρούθιον, λήψεται τάλαντον" ήν δε ζωντάγ’ αγάγη, τέτταρα, ότι συνείρων τους σπίνους πωλεί καθ' επτα

τούβoλού, είτα φυσών τας κίχλας δείκνυσι και λυμαίνεται, 107 5 τοίς τε κοψίχοισιν εις τας είνας εγχεί τα πτερά,

τας περιστεράς θ' ομοίως ξυλλαβών είρξας έχει, κάπαναγκάζει παλεύειν δεδεμένας εν δικτύω. ταύτα βουλόμεσθ' ανειπείν κεί τις όρνιθας τρέφει

εργμένους υμών εν αυλή, φράζομεν μεθιέναι. 1080 ήν δε μη πείθησθε, συλληφθέντες υπό των ορνέων

αύθις υμείς αυ παρ' ημίν δεδεμένοι παλεύσετε. ευδαιμον φύλον πτηνών (αντιστροφή.) οιωνών, οι χειμώνος μεν

χλαίνας ουκ άμπισκούνται 1085 ουδ' αυ θερμή πνίγους ημάς

ακτίς τηλαυγής θάλπει:
αλλ' άνθηρών λειμώνων
φύλλων εν κόλποις ναίω,

ηνίκ' αν ο θεσπέσιος οξύ μέλος άχέτας 1090 θάλπεσι μεσημβρινοίς ήλιομανής βοά.

χειμάζω δ' εν κοίλοις άντρoις,
νύμφαις ουρείαις ξυμπαίζων"
ήρινά τε βοσκόμεθα παρθένια

λευκότροφα μύρτα, Χαρίτων τε κηπεύματα. 1095 τοίς κριταίς ειπείν τι βουλόμεσθα της νίκης πέρι, όσαγάθ', ήν κρίνωσιν ημάς, πάσιν αυτοίς

δώσομεν,

[ocr errors]
« PreviousContinue »